ἐπισπασμός

ἐπισπασμός
rapid respiration
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επισπασμός — ἐπισπασμός, o (Α) [επισπώ] 1. εισπνοή 2. (για φίδι) σύρσιμο 3. νύξη, υπαινιγμός 4. αποκόλληση τού εμβρύου 5. απορρόφηση …   Dictionary of Greek

  • ἐπισπασμοῖς — ἐπισπασμός rapid respiration masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισπασμοῦ — ἐπισπασμός rapid respiration masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισπασμούς — ἐπισπασμός rapid respiration masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισπασμῷ — ἐπισπασμός rapid respiration masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισπασμόν — ἐπισπασμός rapid respiration masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.